Παρύσατις


Παρύσατις
Παρύσατις
fem nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Παρυσάτιδι — Παρύσατις fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Παρυσάτιδος — Παρύσατις fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Παρύσατιν — Παρύσατις fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ПАРИСАТИДА —    • Parysătis,          Παρύσατις, сводная сестра и жена Дария Нота, хитрая и властолюбивая женщина, пользовавшаяся при жизни мужа громадным влиянием. Хотя она старалась тщетно по смерти Дария возвести на престол Кира, любимого младшего сына (см …   Реальный словарь классических древностей

  • υπάρχω — ὑπάρχω ΝΜΑ [ἄρχω] 1. έχω ύπαρξη, έχω υπόσταση, ζω, υφίσταμαι (α. «υπάρχει δικαιοσύνη» β. «σκέπτομαι, άρα υπάρχω» γ. «μηδενὸς αἰτίου ὑπάρχοντος», ΚΔ δ. «τοὺς ὑπάρχοντας... πολίτας ἐξαπατῶντες», Δημοσθ.) 2. (ως συνδετικό, στη νεοελλ. μόνον στον αόρ …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.